Mobbing και Bullying στο σχολείο



Κωνσταντία Παπαδάκη, Φιλόλογος
Ένας νεαρός Γερμανός, ιρανικής καταγωγής, πυροβολεί σε κατάσταση αμόκ διερχόμενους πολίτες. Τα περισσότερα από τα εννέα  θύματα είναι τουρκικής και κοσοβάρικης καταγωγής. Μεταξύ των θυμάτων κι ένας Έλληνας Μουσουλμάνος από τη Θράκη. Την προηγούμενη μέρα ο θύτης, κάνοντας πειρατεία στο λογαριασμό κοπέλας τουρκικής καταγωγής, “προσκαλούσε” μέσω των κοινωνικών δικτύων εφήβους και νέους  για ένα δωρεάν γεύμα σε εστιατόριο πολυεθνικής αλυσίδας, προσπαθώντας να προσελκύσει όσο το δυνατόν περισσότερους στο σημείο που είχε σχεδιάσει να επιτεθεί. Ο ίδιος θα βρεθεί νεκρός μερικές ώρες αργότερα σε κοντινό σημείο έχοντας στρέψει το πιστόλι του στον εαυτό του.

Εκείνη την περίοδο δίδασκα στα ελληνικά σχολεία του Μονάχου και από τη συγκεκριμένη μέρα διατηρώ στη μνήμη μου το γενικό πανικό που θα οδηγούσε σε παρατεταμένο τρόμο. Η αρχική εντύπωση ότι πρόκειται για περίπτωση ισλαμικής τρομοκρατίας ανάλογη μ΄ αυτές που εκδηλώνονται στην υπόλοιπη Ευρώπη διαλύθηκε γρήγορα. Σε βίντεο και ηχητικά ντοκουμέντα που δημοσιοποιήθηκαν μετά την επίθεση ο δράστης ακούγεται να λέει ότι υπήρξε θύμα ψυχολογικής βίας (mobbing)  για επτά χρόνια από συμμαθητές του με τουρκικές και αραβικές ρίζες. Είχε φοιτήσει σ΄ ένα γερμανικό επαγγελματικό γυμνάσιο. Τα σχολεία αυτά συγκεντρώνουν μεγάλο αριθμό μαθητών με μεταναστευτικό υπόβαθρο (Σημειώνω ότι η δευτεροβάθμια εκπαίδευση εκεί ξεκινά αρκετά νωρίς, μόλις στον πέμπτο χρόνο φοίτησης, που αντιστοιχεί στη δική μας πέμπτη δημοτικού). Απ΄ όσα γράφτηκαν τις επόμενες μέρες ελάχιστα επικεντρώθηκαν στο θέμα του σχολικού mobbing. Την προσοχή μου τράβηξε το ερώτημα που απηύθυνε κάποιος δημοτικός σύμβουλος της πόλης  προς του εκπαιδευτικούς του σχολείου εκφράζοντας έναν εύλογο και γενικότερο προβληματισμό: “ Γινόταν mobbing στο σχολείο σας για χρόνια κι εσείς τι κάνατε; Κι αν δε το αντιληφθήκατε για να δράσετε, για ποιο λόγο ένα τόσο σημαντικό γεγονός δεν έπεσε στην αντίληψή σας;”
Στη διεθνή βιβλιογραφία και πρακτική έχουν επικρατήσει οι αγγλικοί όροι mobbing και bullying, για να περιγράψουν τις περιπτώσεις ψυχολογικής βίας σε διάφορους χώρους ανθρώπινης δραστηριότητας, όπως το σχολείο. Αρκετές φορές οι παραπάνω όροι χρησιμοποιούνται εναλλακτικά έχοντας την ίδια σημασία, ενώ άλλες φορές η έννοια τους διαφοροποιείται. Mobbing είναι η ηθική παρενόχληση που ασκείται συστηματικά και επανειλημμένα από κάποιον μαθητή ή ομάδα μαθητών σε άλλον ή άλλους μαθητές – όταν μιλάμε για το σχολικό περιβάλλον- και χαρακτηρίζεται από υβριστική συμπεριφορά, χλευασμούς ή ειρωνικά σχόλια. Αποτελεί μορφή ψυχολογικής βίας και στοχεύει στον εξευτελισμό της προσωπικότητας του θύματος, την ταπείνωση ή την απαξίωσή του και ενίοτε τον εκφοβισμό ή την τρομοκράτησή του. Σπανιότερα εμπεριέχει τη σωματική βία. Ειδικότερα ο εκφοβισμός και η άσκηση σωματικής βίας με επιθετικές πράξεις αποδίδονται με τον όρο bullying.  Παρατηρώ ότι στα ελληνικά έχει επικρατήσει η χρήση της λέξης bullying για να περιγράψει κάθε μορφή ψυχολογικής βίας. Επειδή όμως η ψυχολογική βία μπορεί να πάρει ποικίλες μορφές, καθώς η ηθική παρενόχληση και η υβριστική συμπεριφορά δε συνοδεύονται πάντα από απειλές και επιθετικότητα, είναι χρήσιμο, κατά την άποψή μου,  οι όροι να διαχωρίζονται.

Σε μια κοινότητα ανθρώπων όπως είναι το σχολείο, όπου συνυπάρχουν πολλοί και διαφορετικοί άνθρωποι με διαφορετική κοινωνική, εθνική ή θρησκευτική προέλευση, με διαφορετικές δυνατότητες εξέλιξης ή ικανότητα προσαρμογής, κρούσματα mobbing ή/και  bullying είναι αναμενόμενο να παρουσιαστούν. Το ρόλο του θύτη  τον έχουν συνηθέστερα τα αγόρια, ενώ θύματα μπορεί να είναι κορίτσια ή αγόρια που έχουν ιδιαίτερες ικανότητες (π.χ. αριστεύουν) ή κάποιο ιδιόμορφο σωματικό χαρακτηριστικό (π.χ. παχυσαρκία, σωματική δυσμορφία, ιδιαίτερο τρόπο ντυσίματος) ή διαφορετική εθνική καταγωγή (π.χ. ξένοι)  από τους θύτες ή την πλειονότητα της ομάδας. Πιστεύουμε συχνά ότι οι θύτες είναι γεροδεμένα άτομα, σωματικά δυνατοί και ευέλικτοι ή ότι υπήρξαν και οι ίδιοι θύματα παρενόχλησης ή εκφοβισμού. Αυτά  και τα δύο δεν ισχύουν κατ΄ ανάγκη.  Έχω αντιμετωπίσει περιπτώσεις κατά τις οποίες οι θύτες έχουν οι ίδιοι κάποια σωματική ιδιαιτερότητα (π.χ. σωματικό βάρος,  έλλειψη σωματικής δύναμης, χαμηλό σωματικό ύψος) ή δεν έχουν δεχτεί τέτοια 
συμπεριφορά. Συχνά πρόκειται για μαθητές με χαμηλή σχολική επίδοση ή ελλιπή έλεγχο και ενδιαφέρον από την πλευρά της οικογένειας. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις διακρίνω μια προσπάθεια επιβολής και επικράτησης  και, όπου αυτό δεν είναι δυνατόν, μια προσπάθεια δήλωσης της κοινωνικής τους παρουσίας. Αισθάνονται ότι μπορούν να παίξουν το ρόλο του δυνατού απέναντι σε “αδύναμους”, ότι έτσι μπορούν να αναγνωριστούν ως “μάγκες” από την παρέα τους ή ενδόμυχα και υποσυνείδητα πείθουν τους εαυτούς τους- και προσπαθούν να πείσουν και τους άλλους- ότι με τον τρόπο αυτό μπορούν να τραβήξουν το ενδιαφέρον και την προσοχή του περίγυρου τους. Άλλα κίνητρα μπορεί να είναι η ζηλοφθονία ή απλώς η διάθεση να “κάνουν πλάκα”.
Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ
Η αντιμετώπιση ενός τέτοιου φαινομένου ούτε μεμονωμένη μπορεί να είναι ούτε επιφανειακή. Επίκεντρο όλων των προσπαθειών πρέπει να είναι κατά τη γνώμη μου η αποτελεσματική αντιμετώπιση του φόβου. Τα παιδιά όταν χλευάζονται, εκβιάζονται ή απειλούνται χάνουν την αυτοεκτίμησή τους, είναι πιθανόν να περιθωριοποιηθούν και το τραγικότερο να ζουν υπό το καθεστώς ενός διαρκούς και αδάμαστου φόβου. Θεωρώ πολύ σημαντικό να μιλήσουν σε κάποιον μεγαλύτερο (εκπαιδευτικό ή γονέα ή και τα δύο) μόλις αρχίσουν να γίνονται αποδέκτες υβριστικής ή εκβιαστικής συμπεριφοράς. Οποιοδήποτε φαινόμενο αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά στην αρχή  της εκδήλωσής του, όταν δηλαδή δεν προλαβαίνει να πάρει διαστάσεις και να εξαπλωθεί. Με άλλα λόγια πριν γίνει συστηματική η παρεκκλίνουσα συμπεριφορά και πριν πολλαπλασιαστούν οι θύτες και πριν ακόμα το ίδιο το θύμα πάψει να ελέγχει το φόβο του. Για το λόγο αυτό τα παιδιά-θύματα χρειάζεται να έχουν κάποιον που να εμπιστεύονται και παράλληλα να τον θεωρούν ικανό στο να αντιμετωπίσει δραστικά αυτό που υφίστανται. Στην παιδική/εφηβική ψυχοσύνθεση η εμπιστοσύνη και η ασφάλεια έχουν ύψιστη αξία, γιατί η μεγαλύτερη ανάγκη των παιδιών είναι να ακουστούν με σεβασμό, να εμπιστευτούν και να αισθάνονται ασφαλή. Νομίζω ότι σε τέτοιο περιβάλλον είναι ικανά να αντιμετωπίζουν κάθε φόβο. Ο χειρισμός του παιδιού -θύτη είναι ίσως δυσκολότερη υπόθεση και δεν ολοκληρώνεται με την επιβολή μιας τιμωρίας, πόσο μάλλον όταν η τιμωρία δε δράσει αποτρεπτικά για ανάλογες πράξεις στο μέλλον αλλά εξαγριώσει ακόμα περισσότερο τον τιμωρημένο. Πρόκειται για ζήτημα πολυσύνθετο γιατί χρειάζεται να αποκωδικοποιήσει ο εκπαιδευτικός ή ο γονέας τις αιτίες που ώθησαν σε  τέτοιες πράξεις. Το επόμενο βήμα είναι η εκ μέρους του θύτη συνειδητοποίηση και  αποδοχή της πράξης. Ενδεχομένως και ο ίδιος να φοβάται μήπως δεν αναγνωριστεί  από την παρέα του ως “μάγκας”.

Σπουδαιότερη σημασία όμως για την επιτυχία ενός κοινωνικού ή σχολικού συστήματος έχει η πρόληψη μιας παθογένειας παρά η καταστολή της. Ο επίσημος θεσμός του σχολείου ελάχιστα περιθώρια αφήνει στους εκπαιδευτικούς να εστιάσουν και να προλάβουν τέτοιες συμπεριφορές, καθώς είναι προσηλωμένος στη διαδικασία της ποσοτικής μάθησης και τα απαρχαιωμένα σχολικά εγχειρίδια (δεν έχουν αλλάξει για χρόνια)  αδυνατούν  να συμπορευτούν με την κοινωνική ή άλλη πραγματικότητα που μεταβάλλεται διαρκώς. Φυσικά το mobbing και το bullying δεν είναι σύγχρονα φαινόμενα. Υπάρχουν από τότε που υπάρχουν και τα σχολεία κι ακόμα πιο παλιά, από τότε που ο άνθρωπος ζει ομαδικά (ανέκαθεν δηλαδή). Όλοι εμείς οι μεγαλύτεροι έχουμε να θυμηθούμε περιστατικά από τη σχολική μας ζωή. Ωστόσο, η συζήτηση και ο προβληματισμός που αφορούν στο φαινόμενο αναπτύχθηκαν τα τελευταία χρόνια, γιατί ακριβώς οι παιδαγωγικές μας αντιλήψεις εξελίχθηκαν και οι κοινωνικές μας και ανθρώπινες ευαισθησίες εκφράστηκαν πιο ρητά απ΄ ό,τι  στο παρελθόν. Επαφίεται πια στην προσωπικότητα κάθε δασκάλου ( χρησιμοποιώ  τη λέξη με την ευρεία της έννοια) να χειριστεί τέτοια φαινόμενα. Μια τακτική που θεωρώ αποτελεσματική είναι το να αξιοποιεί κανείς μια αφορμή που δίνεται μέσα στη σχολική τάξη ή ευρύτερα στο σχολικό περιβάλλον προκειμένου να μιλήσει (και ν΄ακούσει από τα ίδια τα παιδιά) για το mobbing  και το bullying,  π.χ. μια περιστασιακή φιλονικία μαθητών, ένα ειρωνικό σχόλιο ή ακόμα ένα λογοτεχνικό κείμενο και τους προβληματισμούς που θέτει, ένα θεατρικό έργο, ένα συμβάν της επικαιρότητας. Σε κάθε περίπτωση το μήνυμα που πρέπει να δοθεί είναι ο σεβασμός της αξιοπρέπειας του συμμαθητή. Ένα παιδί σκέφτεται σωστά όταν καλείται να βάλει τον εαυτό του στη θέση του άλλου και προβληματίζεται για το πώς θα αισθανόταν το ίδιο αν ήταν θύμα. Κατανοώ βεβαίως ότι ο σεβασμός δεν είναι κάτι που διδάσκεται με λόγια, αλλά καλλιεργείται μέσα από τη στάση και το πρότυπο του ίδιου του δασκάλου. Ο δάσκαλος που σέβεται τους άλλους είναι πιθανό να προετοιμάσει μαθητές που θα κάνουν πράξη το σεβασμό. Ένα άλλο σημαντικό μήνυμα στα παιδιά  είναι να μη σιωπούν όταν βλέπουν κάποιο συμμαθητή τους να υβρίζεται ή να εκφοβίζεται, αλλά να μιλούν και να καταγγέλλουν το κακό, όχι μόνο γιατί αυτή είναι μια ηθική συμπεριφορά, αλλά και γιατί οι ίδιοι όταν σιωπήσουν μπορεί να είναι τα επόμενα θύματα. Είναι εξαιρετικά δύσκολο για έναν ευσυνείδητο άνθρωπο να ζει- πόσο μάλλον να είναι παιδαγωγός- μέσα στην ελληνική κοινωνία που προκρίνει τη στάση της “βολικής σιωπής” απέναντι σ’ ό,τι δεν μας αγγίζει προσωπικά ή δεν προσβάλλει τα συμφέροντα μας. Πάντως και στις δυτικές κοινωνίες, το γεγονός ότι υπάρχει αυστηρή προσήλωση στους κανονισμούς δε φαίνεται να αποτρέπει ή να μειώνει κρούσματα ψυχολογικής βίας ή/και επιθετικότητας. Απεναντίας, οι πολλές και διαφορετικές εθνικότητες που συναντιούνται στα σχολεία τους δεν είναι αυτονόητο ότι συνυπάρχουν αρμονικά.  Το περιστατικό που ανέφερα στην αρχή αποτελεί την τραγική  διάσταση αυτών των φαινομένων.

Ενδεχομένως κάθε προσπάθεια  πρόληψης να έχει μια σχετική αποτελεσματικότητα, γιατί η στάση κάθε παιδιού καθορίζεται -πιστεύω- από τα γενικότερα πρότυπα συμπεριφοράς που έχει λάβει, κυρίως από το οικογενειακό του περιβάλλον. Αν τα πρότυπα αυτά συγκρούονται μ΄αυτά που προβάλλει το σχολείο, τότε ο ρόλος του τελευταίου είναι-φοβάμαι- τις περισσότερες φορές αναποτελεσματικός ή απλώς κατασταλτικός.
Το mobbing και το bullying είναι πιθανό να απαντούν και σε χώρους εκτός σχολείου, όπως στα πανεπιστήμια και σε διάφορες σχολές, στο στρατό και  άλλες κοινότητες που έχουν οικότροφους εκπαιδευόμενους ή  σε αθλητικούς ομίλους, όπου τα άτομα με χαμηλότερες επιδόσεις ή μειωμένη  σωματική αντοχή γίνονται εύκολοι στόχοι, ή ακόμα και στην  ίδια παρέα νέων. Στην Ελλάδα της κρίσης έχουν αυξηθεί τέτοια φαινόμενα και στο χώρο της εργασίας και πολλοί εργαζόμενοι υπό το φόβο της ανεργίας τα αντιμετωπίζουν παθητικά. Το  διαδίκτυο επίσης  μπορεί να γίνει πεδίο απειλών και ύβρεων. Επειδή οι νέοι χρησιμοποιούν ευρέως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για επικοινωνία κι επειδή η ακτίνα δράσης του μέσου δεν έχει όρια (ό,τι μοιράζεσαι φθάνει παντού), η ηλεκτρονική παρενόχληση και ο εκφοβισμός ( διεθνώς cyber mobbing/bullying) γίνονται ιδιαιτέρως επικίνδυνα για τα θύματα.
Είναι ουτοπικό να προστατέψεις  έναν άνθρωπο από το κακό που υπάρχει με διάφορες μορφές  στη συνύπαρξή του με άλλους ανθρώπους. Ρεαλιστικό είναι να τον μάθεις να το αντιμετωπίζει και να προσδιορίζει τη στάση του απέναντι σ’  αυτό. Όπως σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής ισχύει κι εδώ το αξίωμα: “ Μην κάνεις στους άλλους αυτό που δε θέλεις να σου κάνουν”.
*Η Κωνσταντία Παπαδάκη είναι καθηγήτρια – φιλόλογος
Το διαβάσαμε στα Χανιώτικα Νέα
 www.haniotika-nea.gr 

Δεν υπάρχουν σχόλια: