Χρειάζονται οι Σχολικοί Σύμβουλοι και για ποια δουλειά;




Α. Κονταξής
Μηχανολόγος Μηχανικός,
Σχολικός Σύμβουλος
Περίληψη
Ο Σχολικός Σύμβουλος  βρίσκεται, αντικειμενικά, σε μια προνομιακή θέση στην ιεραρχία της εκπαίδευσης, μεταξύ των «από πάνω» που λαμβάνουν τις αποφάσεις για θέματα παιδαγωγικού και διδακτικού περιεχομένου  και των «από κάτω», κυρίως των εκπαιδευτικών της πράξης. Από τη φύση του, είναι ένας «ενδιάμεσος» που μπορεί να προστατεύει τους πρώτους ώστε να μην εκτίθενται, σχεδιάζοντας εκτός πραγματικότητας αλλά και μια καταφυγή για τους δεύτερους. Για τον εκπαιδευτικό, απέναντι στην απρόσωπη συγκεντρωτική κεντρική εξουσία και στις αποφάσεις της αλλά και για τον μαθητή  ή τον γονέα απέναντι σε τυχόν ανεπάρκειες Διευθυντών ή Συλλόγων Διδασκόντων.  Επιπλέον, αποτελεί έναν «αποσβεστήρα» αστοχιών των άνωθεν αποφάσεων ώστε, κατά την υλοποίησή τους, να μειώνονται οι τυχόν επιπτώσεις τους στην εκπαίδευση και στους μαθητές.
Αυτή η ενδιάμεση θέση δεν είναι πάντοτε προνομιακή. Καθώς δεν είναι σαφώς προσδιορισμένες  οι κύριες υποχρεώσεις αλλά και τα δικαιώματα του Σχολικού Συμβούλου,  αντιμετωπίζεται είτε ως «πανάκεια» είτε ως «φενάκη»,  καλούμενος μάλιστα να ανταποκρίνεται σε διαφορετικές κάθε φορά προτεραιότητες. Οι συνεχείς αλλαγές του τρόπου επιλογής των Σχολικών Συμβούλων και του ρόλου τους επιβεβαιώνουν τα παραπάνω.
Είναι σύνηθες λοιπόν να μην έχει πάντοτε ένθερμους υποστηρικτές, ιδιαιτέρως σε περιόδους αλλαγών που δρομολογούνται αποκλειστικά «από τα πάνω» ή χωρίς επιστημονική τεκμηρίωση. Ωστόσο, αν δεν υπήρχε ο Σχολικός Σύμβουλος, μάλλον έπρεπε να τον δημιουργήσουμε. Όχι βέβαια με τη σημερινή ερμαφρόδιτη μορφή αλλά με αξιοποίηση και ενίσχυση των θετικών χαρακτηριστικών του και ιδιαιτέρως του διαμεσολαβητικού του ρόλου. Έτσι ώστε να δράσει ως καταλύτης αλλαγών, βασισμένων στη συλλογικότητα και στην ενεργοποίηση της εκπαιδευτικής κοινότητας  αλλά και συμβατών με  την πραγματικότητα των σχολείων. Ο προσδιορισμός του ρόλου των Σχολικών Συμβούλων θα μας καθορίσει και τα κριτήρια επιλογής τους. Κατά τη γνώμη μας, το κρίσιμο ζήτημα είναι η διατήρηση και κυρίως η ολοκλήρωση μιας παράλληλης παιδαγωγικής δομής, σε αντιστοιχία  με τη διοικητική,  από το ΙΕΠ (Παιδαγωγικό Ινστιτούτο), όπου σχεδιάζεται η εκπαιδευτική πολιτική,  μέχρι το σχολείο .
Πως φθάσαμε ως εδώ;
Είναι αντικειμενικό γεγονός ότι πλέον συζητείται έντονα το αν χρειάζονται ή όχι οι Σχολικοί Σύμβουλοι και αν βοηθούν ικανοποιητικά τα σχολεία και τους εκπαιδευτικούς στη βελτίωση της δουλειάς τους. Η κατάληξη αυτή δεν ήταν αναπόφευκτη. Ξεκινάει από την ασάφεια περιγραφής του βασικού ρόλου τους. Το καθηκοντολόγιο περιγράφει βεβαίως τα πάντα, χωρίς όμως να θέτει τις βασικές υποχρεώσεις και τα δικαιώματα. Η ασάφεια αυτή δίνει στην Πολιτεία τη δυνατότητα να προχωράει σε αλλαγές χωρίς να λαμβάνει υπόψη της τη γνώμη των Σχολικών Συμβούλων, να τους επιρρίπτει ευθύνες για αστοχίες στις οποίες δεν είχαν άμεση εμπλοκή, να δίνει  διαφορετικές κάθε φορά προτεραιότητες κλπ. Επιπλέον, άλλες φορές υπερτιμά τις διαμεσολαβητικές δυνατότητες των Συμβούλων, θεωρώντας ότι μπορούν να «περάσουν» προς τα κάτω οτιδήποτε, είτε, σε άλλες περιπτώσεις,  τους απαξιώνει, όταν οι «εντολές  δεν «περπατάνε».  Αντίστοιχα, οι εκπαιδευτικοί, πολλές φορές υπερεκτιμούν τη θεσμική δυνατότητα των Συμβούλων να παρέμβουν ή θεωρούν ότι όλος ο εκπαιδευτικός σχεδιασμός προέρχεται  από τους Σχολικούς Συμβούλους, κάτι που δεν ισχύει, ιδιαιτέρως τα τελευταία χρόνια, της κυριαρχίας του διοικητικού τρόπου επιβολής αλλαγών. .
Κατά τη γνώμη μας, η  κυριότερη αιτία δυσφήμισης του θεσμού είναι οι πολιτικές επιλογές που είχαν στόχο την υποβάθμιση του ρόλου του Συμβούλου και τη διολίσθησή του σε υποβοηθητικό διοικητικό στέλεχος ή και σε ρόλο Επιθεωρητή. Ευθύνες όμως φέρουν, κατά τη γνώμη μου, τόσο οι συνδικαλιστικοί φορείς των εκπαιδευτικών, οι οποίοι δεν στήριξαν τα αρχικά προοδευτικά χαρακτηριστικά του θεσμού, όσο και η πλειοψηφία των Σχολικών Συμβούλων, οι οποίοι δεν κατάφεραν να αναδείξουν και να ενισχύσουν με συλλογικό τρόπο τα θετικά του χαρακτηριστικά, ενώ πολλές φορές επέλεξαν ατομικές λύσεις ή τη συμμόρφωση με την κάθε φορά εξουσία.
Ο θεσμός του Σχολικού Συμβούλου,  αντικειμενικά από τη φύση του, μπορεί να αμβλύνει τον παραδοσιακό συγκεντρωτισμό του Ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος ενισχύοντας την παιδαγωγική ελευθερία,  η οποία περιορίζεται ασφυκτικά με καταιγισμό αναλυτικών εγκυκλίων. Αποτελεί θεσμό ο οποίος επιτρέπει να μεταβιβαστεί σημαντικό μέρος των  διδακτικών και παιδαγωγικών επιλογών στους  καθηγητές της πράξης. Παράλληλα, δρα ως διαμεσολαβητής, στον επηρεασμό των κεντρικών αποφάσεων, στην προσαρμογή τους στην πραγματικότητα των σχολείων και ως «αποσβεστήρας» για τον περιορισμό τυχόν επιπτώσεών τους.
Σε αυτήν την κατεύθυνση, θα μπορούσε να ενισχυθεί το ρόλος του ως «κριτικός φίλος», ο οποίος εμβαπτίζει τις υψηλές θεωρητικές του γνώσεις στις καθημερινές εμπειρίες των εκπαιδευτικών και τους δίνει χρήσιμη πρακτική διάσταση. Ένας φίλος στον οποίο εμπιστεύονται οι εκπαιδευτικοί τα προβλήματα και τις καλές πρακτικές τους για να τα επικοινωνήσει προς τους υπόλοιπους εκπαιδευτικούς και έτσι  να δρομολογηθούν αλλαγές «από τα κάτω». Ένας φίλος ο οποίος παράλληλα έχει δυνατότητα να μεταφέρει τους προβληματισμούς των εκπαιδευτικών της πράξης και να επηρεάσει τους «από πάνω»,  λόγω της θέσης του και του (αδιαμφισβήτητου) επιστημονικού του κύρους.  Να ζητήσει διορθώσεις, να προφυλάξει τη διδακτική και παιδαγωγική πράξη από άστοχες ή επικίνδυνες εντολές αυτών που σχεδιάζουν χωρίς να έχουν άμεση επαφή με την πραγματικότητα ή ευρύτητα γνώσης των συνθηκών σε διαφορετικά σχολεία. Και ακόμη, επειδή είναι κοντά στους καθηγητές,  «να μπορούν να του πουν και μια κουβέντα παραπάνω» είτε για να βελτιωθεί ο ίδιος, είτε απλά για να εκτονωθούν, κάτι διόλου ασήμαντο σε δύσκολες περιόδους … Και όλα τα παραπάνω να μην τα αντιμετωπίσει εμπειρικά, αλλά με βάση επιστημονική έρευνα, στην οποία γνωρίζει από πρώτο χέρι, κατά κανόνα. 
Γιατί αλλάζουν συνεχώς τα κριτήρια επιλογής των Σχολικών Συμβούλων;
Είναι χρήσιμο να εξετάσουμε  ποια προσέγγιση έχει κατά καιρούς  η Πολιτεία για τους Σχολικούς Συμβούλους, όπως αυτή εκφράζεται από τον τρόπο επιλογής τους. Έχω επιλεγεί 3 φορές Σχολικός Σύμβουλος και κάθε φορά με διαφορετικά κριτήρια επιλογής. Εύλογα μπορεί κάποιος να συμπεράνει  ότι οι Σχολικοί Σύμβουλοι ήταν πάντοτε ένα σώμα το οποίο δεν μπορούσε να ελεγχθεί πλήρως και να προσανατολιστεί στις προτεραιότητες που είχε κάθε φορά η πολιτική ηγεσία. Αυτό προφανώς δεν είναι καλό για την πολιτική ηγεσία αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να αποδειχθεί σωτήριο για την εκπαίδευση και τους μαθητές…
 Αυτό το φαινόμενο μπορεί επίσης να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι το σώμα των σχολικών συμβούλων είχε, σε κάποιο βαθμό, ξεφύγει από το γνωστό καθεστώς μεροληπτικών κρίσεων το οποίο δημιουργεί τις αντίστοιχες δεσμεύσεις και για αυτό το λόγο όλες οι πολιτικές ηγεσίες άλλαζαν συνεχώς το καθεστώς κρίσεων.
Ας εξετάσουμε ένα μικρό ιστορικό κρίσεων μέσα από την προσωπική μου εμπειρία ως Σχολικού Συμβούλου.
α. Στις πρώτες κρίσεις στις οποίες  συμμετείχα, το 2002, έπαιζε σημαντικό ρόλο η Επιστημονική και Παιδαγωγική επάρκεια (Πτυχία Μεταπτυχιακά, Δημοσιεύσεις, Συνέδρια κλπ). Ήταν η χρυσή εποχή των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης και των σεμιναρίων ….
β. Στις επόμενες κρίσεις το 2007, προστέθηκαν εξετάσεις τύπου ΑΣΕΠ για παιδαγωγικά θέματα και θέματα γενικής διδακτικής. Οι εξετάσεις συμμετείχαν στη μοριοδότηση  ενώ όποιος δεν έπαιρνε τη βάση (60%)  κοβόταν. Κατά τη γνώμη μου, στόχος ήταν να γίνει ένας  εξορθολογισμός και να περιοριστούν κάποιες  κραυγαλέες περιπτώσεις ευνοημένων  της προηγούμενης περιόδου.
γ. Στις  κρίσεις του 2011 αφαιρέθηκαν οι εξετάσεις τύπου ΑΣΕΠ αλλά  αυξήθηκαν τα κριτήρια διοικητικής επάρκειας (προϋπηρεσία σε διοικητικές θέσεις) σε βάρος της επιστημονικής και παιδαγωγικής επάρκειας. Επιπλέον θεσμοθετήθηκε  ως απαραίτητη προϋπόθεση πιστοποιητικό διοικητικής επάρκειας από τη Σχολή Δημόσιας Διοίκησης. Λειτούργησε κυρίως ως σεμινάριο συμμόρφωσης στις νέες απαιτήσεις και όχι ως κριτήριο κρίσης, αφού πιστοποιήθηκαν όλοι όσοι συμμετείχαν. Κατά τη γνώμη μου,  στόχος ήταν η μετατροπή των Σχολικών Συμβούλων σε Επιθεωρητές,  με μείωση του παιδαγωγικού τους ρόλου και αύξηση του διοικητικού και του αξιολογικού.
Όπως εξάγεται και από το προηγούμενο ιστορικό, τα κριτήρια για την επιλογή Σχολικών Συμβούλων εξαρτώνται από τον ρόλο τον οποίο επιδιώκεται να διαδραματίσουν και από τις αλλαγές που επιδιώκεται να γίνουν στην εκπαίδευση.
Το παιδαγωγικό πρόβλημα
Η γνώμη μου είναι ότι το κύριο πρόβλημα στην εκπαίδευση είναι η ανάγκη για μια παιδαγωγική επανάσταση στα σχολεία που θα οδηγήσει την Ελληνική εκπαίδευση από το σύστημα της στείρας αποστήθισης και του ανταγωνισμού, το οποίο παράγει μεγάλο αριθμό αρίστων αλλά και μεγάλο ποσοστό λειτουργικά αναλφάβητων, σε ένα δημιουργικό συνεργατικό σχολείο το οποίο, χωρίς να περιορίσει την επιτυχία των αρίστων,  θα χωράει όλους τους μαθητές. Ένα σχολείο που θα προσφέρει επίσης διεξόδους δημιουργικότητας  στους καθηγητές και θα περιορίζει το αίσθημα ματαίωσης που αυξάνεται χρόνο με το χρόνο.  (Δείτε αναλυτικότερα στο Κονταξής , 2016,  Μάρτιος 8 και Μάρτιος 10).
Το πρόβλημα είναι διεθνές και έχει τις ρίζες του στη ραγδαία ανάπτυξη των Πληροφοριών και της Επικοινωνίας και σε ευρύτερες κοινωνικές αλλαγές (ανασφάλεια, μη ανταποδοτικότητα σπουδών, αντιφάσεις μεταξύ συλλογικότητας και ατομισμού, μεταξύ «κοινών»  και ιδιοποίησης πλούτου κλπ).
Στην Ελλάδα τα προβλήματα είναι πιο έντονα καθώς η παιδαγωγική υστέρηση αλλά και ο εμπειρισμός,  ακόμη και σε θέματα Παιδείας, είναι διαχρονικά και η συζήτησή τους εκτός «ημερήσιας διάταξης». Επιπλέον, η οικονομική κρίση επιδείνωσε περαιτέρω την κατάσταση.
Το συγκεντρωτικό γραφειοκρατικό μοντέλο
Είναι γνωστή η  ιδιαίτερα έντονη γραφειοκρατική δομή και λειτουργία της Ελληνικής εκπαίδευσης, όπου τα διοικητικά στελέχη χάνονται μέσα στην καθημερινότητα της διοίκησης η οποία απαιτεί ιδιαίτερες γνώσεις και ικανότητες διαχείρισης. Στην καλύτερη περίπτωση δεν διαθέτουν τον απαιτούμενο χρόνο να ασχοληθούν σε βάθος με παιδαγωγικά και γενικότερα εκπαιδευτικά προβλήματα. Στη χειρότερη, δεν διαθέτουν επαρκείς παιδαγωγικές γνώσεις ή  συνηθίζουν ή έχουν την αυταπάτη ότι παιδαγωγικά ή γενικότερα εκπαιδευτικά θέματα λύνονται εμπειρικά, με διοικητικό τρόπο και με τη… μέθοδο των εγκυκλίων. Ο συγκεντρωτισμός εντάθηκε τα τελευταία χρόνια, ιδιαιτέρως σε περιόδους όπου επιδιώχθηκαν ριζικές αλλαγές συντηρητικής κατεύθυνσης.  Έτσι, η παιδαγωγική διάσταση, χρόνο με το χρόνο  περιθωριοποιείται ενώ οι «από τα κάτω» πρωτοβουλίες των εκπαιδευτικών γίνονται όλο και λιγότερο συμβατές με το συγκεντρωτικό μοντέλο ή περιορίζονται στους τέσσερις τοίχους κάποιων σχολείων. Η αδυναμία αντιμετώπισης της επιδείνωσης που παρατηρείται στο ψυχοκοινωνικό κλίμα των περισσότερων σχολείων, ιδιαιτέρως στα χρόνια της κρίσης, είναι επακόλουθο της παραπάνω κατάστασης.
Όμως, αυτή η συγκεντρωτική μορφή διοίκησης καθιστά «εύκολες» τις αλλαγές από τα πάνω  και έτσι προσδίδει μια αίσθηση παντοδυναμίας στις πολιτικές ηγεσίες και στα διοικητικά στελέχη. Αυτό ισχύει σε μεγάλο βαθμό για διοικητικά θέματα αλλά βεβαίως είναι απολύτως αναποτελεσματικό για τα κυρίως εκπαιδευτικά – παιδαγωγικά θέματα.
 Σε αυτήν τη συγκεντρωτική διοίκηση, ο θεσμός του Σχολικού Συμβούλου λειτούργησε,  ως ένα βαθμό,  ως «αποσβεστήρας» πολιτικών και διοικητικών αυθαιρεσιών και ευλόγως, το σώμα των Σχολικών Συμβούλων δεν αποτελούσε τον καλύτερο φίλο των διοικούντων. Αυτό όμως, χρόνο με το χρόνο, εξασθένησε, με αποκορύφωμα τη μνημονιακή περίοδο όπου επιχειρήθηκε η πλήρης ενσωμάτωση των Σχολικών Συμβούλων στη διοικητική πειθαρχία, ρητά («όσοι δεν συμφωνούν με την πολιτική της ηγεσίας του Υπουργείου ας παραιτηθούν»), αλλά και θεσμικά, με τη μετατροπή του Σχολικού Συμβούλου σε παραδοσιακό Επιθεωρητή με διοικητικά καθήκοντα.
Ευρύτερη ανάλυση των αναγκών περιγράφω στο άρθρο μου: Συνεργατικό σχολείο για όλους τους μαθητές - Ο ρόλος των Σχολικών Συμβούλων https://goo.gl/8vc8ot
Οι ευθύνες των Σχολικών Συμβούλων
Δυστυχώς, η μεγάλη πλειοψηφία των Σχολικών Συμβούλων δεν μπόρεσε να αντισταθεί σε αυτήν την πορεία διολίσθησης από τον παιδαγωγικό στον διοικητικό ρόλο, ενώ πολλοί θεώρησαν αναβάθμιση την ανάθεση διοικητικού ρόλου ή ρόλου αξιολογητή, διαρρηγνύοντας έτσι τις σχέσεις τους με τους εκπαιδευτικούς.
Το σώμα των Σχολικών Συμβούλων βαρύνει επίσης η παθητική στάση τους την εποχή του μνημονίου όπου ανέχτηκαν σχεδόν αδιαμαρτύρητα τις απολύσεις και μια αντιδραστική και αντιεπιστημονική αξιολόγηση. Υπενθυμίζω ότι σε σύνολο 800 Σχολικών Συμβούλων, μόλις 20 Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης Αττικής https://goo.gl/sSfOnk   και 51 πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας από όλη την Ελλάδα https://goo.gl/yWoI40  διαμαρτυρήθηκαν για την αξιολόγηση που προσπαθούσε να επιβληθεί με βίαιο και αντιεπιστημονικό τρόπο, αμέσως μετά τις απολύσεις εκπαιδευτικών.  
Βεβαίως, ως ελαφρυντικό τους θα πρέπει να θεωρήσουμε και τη χρόνια καχυποψία των συνδικαλιστικών φορέων των εκπαιδευτικών απέναντι στο θεσμό. Έτσι, μη έχοντας στήριξη από πουθενά, οι περισσότεροι προτίμησαν να σιωπήσουν ή να στηρίξουν τις επίσημες πολιτικές.
Τι προτείνουμε για το ρόλο του Σχολικού Συμβούλου
Το σίγουρο είναι ότι η σημερινή κατάσταση δεν μπορεί να συνεχίσει πλέον έτσι όπως είναι. Γενικά, υπάρχουν τρεις βασικές επιλογές.
α. Η κατάργηση των Σχολικών Συμβούλων,
β. Η μετατροπή τους σε Επιθεωρητές –  Αξιολογητές,  με ενίσχυση του διοικητικού τους ρόλου και
γ. Η ενίσχυση του παιδαγωγικού – καθοδηγητικού των Σχολικών Συμβούλων σε παράλληλη και ισότιμη δομή με τη διοικητική ιεραρχία της εκπαίδευσης.
Η πρώτη επιλογή συναντάται κυρίως σε περιπτώσεις όπου παρατηρείται υψηλό παιδαγωγικό επίπεδο στελεχών διοίκησης και εκπαιδευτικών και υψηλός βαθμός συνεργασίας μεταξύ εκπαιδευτικών. Για παράδειγμα, στη Φινλανδία, δεν υπάρχουν Σχολικοί Σύμβουλοι καθώς το βασικό χαρακτηριστικό είναι η συνεργασία μεταξύ των εκπαιδευτικών (στο σχολείο αλλά και με κοινότητες γνώσης), η διασφάλιση αποφάσεων με βάση την εκπαιδευτική έρευνα και όχι εμπειρικά (οι περισσότεροι καθηγητές έχουν master ενώ  δεν υπάρχει κανένα ενδεχόμενο να επιλεγεί κάποιος Διευθυντής χωρίς μεταπτυχιακά και εμπειρία στην εκπαιδευτική έρευνα). Τα παραπάνω χαρακτηριστικά της Φινλανδίας προφανώς δεν έχουν καμία σχέση με την Ελληνική πραγματικότητα.
Η δεύτερη επιλογή μπορεί να “δουλέψει”  αλλά είναι κατάλληλη για συντηρητικές αλλαγές, οι οποίες προσωπικά με βρίσκουν αντίθετο. Επιπλέον, τη θεωρώ αναποτελεσματική με βάση τις παραπάνω ανάγκες της εκπαίδευσης και τις συνθήκες της Χώρας αλλά και με βάση τη διεθνή βιβλιογραφία για τον τρόπο με τον οποίο γίνονται οι επιτυχημένες καινοτομικές αλλαγές  (Rogers, 1995), όπως τις έχω επισημάνει και κατά το παρελθόν  (Κονταξής Α. , 2012)  
Η τρίτη επιλογή, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί την κατάλληλη προσέγγιση και θεωρώ ότι πρέπει να έχει τα παρακάτω χαρακτηριστικά.
  1. Μια παράλληλη παιδαγωγική δομή στελεχών κύρους, ως καταλύτης αλλαγών και «αποσβεστήρας» λαθών
 Μια παράλληλη δομή με άλλη «ημερήσια διάταξη» από αυτήν του διοικητικού στελέχους, μια συνείδηση που υπενθυμίζει τον άλλο τρόπο επίλυσης των προβλημάτων, με βάση την παιδαγωγική και την επιστημονική έρευνα,  ένα σώμα στελεχών υψηλών προσόντων, γειωμένων στην πραγματικότητα των σχολείων (και όχι μόνο του σχολείου τους),  το οποίο θα δρα ως «αποσβεστήρας» επιβλαβών πολιτικών ή διοικητικών λαθών, μπορεί να παίξει καταλυτικό  ρόλο στην εκπαίδευση. 
Σε αυτήν την κατεύθυνση θα πρέπει να δημιουργηθεί μια δομή ξεκινώντας πρώτα απ’ όλα από το Παιδαγωγικό  Ινστιτούτο, την  Περιφερειακή Διεύθυνση με Σχολικό Σύμβουλο Συντονιστή (γενικό και ειδικοτήτων), Σχολικούς Συμβούλους ειδικότητας και σε επίπεδο σχολείου Υπεύθυνους επιστημονικού τομέα. Προφανώς, η διοίκηση Περιφερειών ή Διευθύνσεων  απαιτεί εκπαιδευτικούς με επιστημονικές γνώσεις συμπληρωμένες με βιωματική εμπειρία management.  Θα ήταν παράλογο να απαιτήσουμε από αυτούς να έχουν παράλληλα επιστημονικές γνώσεις και εμπειρία σε θέματα παιδαγωγικής. Για αυτό το λόγο, η παράλληλη παιδαγωγική δομή των Σχολικών Συμβούλων μπορεί να συμπληρώσει το κενό.
Ιδιαιτέρως για το θέμα του ΙΕΠ - Παιδαγωγικού Ινστιτούτου θα πρέπει να τονίσουμε ότι είναι αναγκαία η επανασύστασή του με χαρακτηριστικά μιας ανεξάρτητης από τις κυβερνήσεις επιστημονικής  δομής η οποία θα «αποσβένει» σε ανώτατο επίπεδο τις αδυναμίες, τις αστοχίες ή τις συντεχνιακές επιρροές οι οποίες προκύπτουν από τον γραφειοκρατικό μηχανισμό ή ακόμη και από μη τεκμηριωμένες πολιτικές επιλογές. Αυτό άλλωστε δείχνει και η διεθνής εμπειρία για τα Ινστιτούτα Εκπαιδευτικής Πολιτικής, τα περισσότερα των οποίων βρίσκονται εντός Πανεπιστημιακών ιδρυμάτων ώστε να διασφαλίζεται η ανεξαρτησία τους και η επιστημονική τους επάρκεια. Παράλληλα θα είναι ένας  φορέας που θα έχει συνεχή επικοινωνία με τους εκπαιδευτικούς της τάξης, μέσα από τους Σχολικούς Συμβούλους, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι (και θα πρέπει αυτό να διασφαλιστεί περαιτέρω) να βρίσκονται σε συνεχή επικοινωνία μαζί τους.
Βασικός σκοπός του νέου Παιδαγωγικού Ινστιτούτου θα είναι: 
Α. να συμβουλεύει την Πολιτεία με πρωτοβουλία του για τις ανάγκες παρεμβάσεων στην εκπαίδευση και
Β. να εγγυάται την επιστημονική επάρκεια της εξειδίκευσης και  υλοποίησης των  πολιτικών αποφάσεων και να προβλέπει τεκμηριωμένα τις επιδράσεις τους στην εκπαίδευση.
Γ. Να σχεδιάζει αναγκαίες δράσεις επιμόρφωσης επικεντρωμένες στις πραγματικές ανάγκες των εκπαιδευτικών της πράξης και στην εκπαιδευτική έρευνα.
Προτείνουμε στο νέο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο να  συμμετέχει ισότιμα το σύνολο των σχολικών συμβούλων και Πανεπιστημιακοί. Προφανώς δεν μπορεί μια ανεξάρτητη επιστημονική αρχή να αποτελείται  κυρίως από αποσπασμένους ή επί ολιγοετή θητεία εκπαιδευτικούς οι οποίοι είναι ευάλωτοι σε κάθε είδους πιέσεις (πολιτικές, συντεχνιακές κλπ).  Ένα μέτρο για να εξασφαλιστεί η ανεξαρτησία του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, είναι,   η διοίκησή του να επιλέγεται από κατάλογο μελών τα οποία έχουν υποδείξει οι Σχολικοί Σύμβουλοι και τα Πανεπιστήμια. Εναλλακτικά, το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο μπορεί να ανήκει σε Πανεπιστημιακό Ίδρυμα και να περιλαμβάνει και τους Σχολικούς. Με την αξιοποίηση των ΤΠΕ μπορούν όλοι οι Σχολικοί Σύμβουλοι να συμμετέχουν ενεργά στις δραστηριότητές του αλλά και στην επιλογή προτάσεων για τη Διοίκησή του και βεβαίως να αξιολογείται  παράλληλα  η δουλειά τους από αυτήν τη συμμετοχή. 
  1. Επιμόρφωση των εκπαιδευτικών με βάση τις ανάγκες της διδακτικής πράξης
Η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών πρέπει να είναι περισσότερο απαιτητική και προσανατολισμένη στην καθημερινή πράξη. Ο  Σχολικός Σύμβουλος, από την ενδιάμεση θέση που  κατέχει μεταξύ παιδαγωγικής θεωρίας και πράξης  έχει τη δυνατότητα να συνδυάζει τις γενικές αρχές παιδαγωγικής και να τις εξειδικεύει στην καθημερινή πραγματικότητα. Επιπλέον, ο Σχολικός Σύμβουλος θα πρέπει να αξιοποιήσει τις σύγχρονες τάσεις επιμόρφωσης ως ένας μαέστρος που θα ενθαρρύνει και θα αξιοποιεί  επιμορφωτικές  συνεργασίες εκπαιδευτικών (peer to peer – αλληλοεπιμόρφωση), με τη δημιουργία κοινοτήτων μάθησης, με την ανταλλαγή  εκπαιδευτικού υλικού, σύμφωνα με την προσέγγιση Ανοικτών Εκπαιδευτικών Πόρων – Open Educational Resources ή με άλλες παρεμβάσεις.   Προφανώς οι όποιες μονάδες επιμόρφωσης (πχ ΠΕΚ) θα πρέπει να στελεχώνονται επίσης από τους σχολικούς συμβούλους με ιδιαίτερες ευθύνες ανά ειδικότητα.
  1. Η υποστήριξη της διδακτικής πράξης
Η υποστήριξη της διδακτικής ωστόσο απαιτεί αξιοποίηση των εμπειριών των εκπαιδευτικών και δεν αρκεί η επιστημονική αυθεντία του Σχολικού Συμβούλου σε κάθε  εξειδικευμένο αντικείμενο, ιδιαιτέρως σε ειδικότητες όπου οι Σχολικοί Σύμβουλοι καθοδηγούν πολλά  μαθήματα. Απαιτείται λοιπόν ένας Σχολικός Σύμβουλος με ευρεία και υψηλού επιπέδου γνώση, ώστε να είναι σε θέση να κατανοεί τα επιμέρους διδακτικά αντικείμενα και με αυξημένες ικανότητες αμφίδρομης επικοινωνίας,  ώστε να είναι σε θέση να αξιοποιεί τη συλλογική εμπειρία των εκπαιδευτικών στη διδακτική πρακτική και να ενθαρρύνει την ανταλλαγή γνώσης, εμπειρίας και διδακτικού υλικού με σύγχρονους τρόπους (πχ Ελεύθερο Εκπαιδευτικό Υλικό - Open Education Resources)
  1. Υποστήριξη αξιοποίησης αδυνατούντων ή «πλεοναζόντων» εκπαιδευτικών
Ένα σχέδιο ουσιαστικής διδακτικής και παιδαγωγικής αξιοποίησης «πλεοναζόντων» εκπαιδευτικών με ευθύνη των Σχολικών Συμβούλων, μπορεί να έχει πολύ ευνοϊκές επιδράσεις στο κλίμα στα σχολεία. Όχι μόνο επειδή αυτοί θα  αξιοποιηθούν προς όφελος της διδακτικής και παιδαγωγικής βελτίωσης όπως σε  θέματα επιμόρφωσης (πχ επιμορφωτικό υλικό, αντικατάσταση εκπαιδευτικών που απασχολούνται προσωρινά ως επιμορφωτές ή επιμορφούμενοι, μεταξύ των οποίων σε εργαστήρια), στη δημιουργία διδακτικού υλικού ή παιδαγωγικών δράσεων κλπ. Αλλά και επειδή διαμορφώνεται ένα κλίμα ασφάλειας σε όλους τους εκπαιδευτικούς καθώς αποδεικνύεται στην πράξη ότι υπάρχουν πραγματικές διδακτικές και παιδαγωγικές ανάγκες για να αξιοποιηθούν οι «πλεονάζοντες εκπαιδευτικοί».  Άμεσα ωφελούμενοι μπορούν να είναι εκπαιδευτικοί με αδυναμία να ανταποκριθούν  στην τάξη αλλά μπορούν να προσφέρουν με βάση το πτυχίο τους σε άλλες, μη διοικητικές δουλειές, εκπαιδευτικοί οι οποίοι δεν καλύπτουν το ωράριό τους και δεν μπορούν να αξιοποιηθούν σε άλλες σχολικές μονάδες ή εκπαιδευτικοί που μετατρέπονται σε delivery, διδάσκοντες παράλληλα σε πολλά σχολεία . Ενδεικτική περιγραφή ουσιαστικών καθηκόντων για αυτούς τους εκπαιδευτικούς μέσα από τη  δημιουργική αξιοποίησή τους από τους Σχολικούς Συμβούλους της ειδικότητάς τους περιγράφεται σε παλιότερη πρότασή μου «Για τους υπεράριθμους και αδυνατούντες εκπαιδευτικούς» https://drive.google.com
  1. Υποστήριξη Αλλαγής της εκπαίδευσης προς ένα συνεργατικό σχολείο για όλους τους μαθητές 
Η αλλαγή που θεωρώ απαραίτητη είναι συνολική καθώς είναι ανάγκη να περάσουμε από το γραφειοκρατικό, διοικητικά, «από τα πάνω», καθοδηγούμενο μοντέλο σχολείου που αναδεικνύει τον ανταγωνισμό και τον ατομισμό, σε ένα διαφορετικό, αποκεντρωμένο, συνεργατικό σχολείο για όλους τους μαθητές.  (Κονταξής,  2016). Η αλλαγή αυτή δεν απαιτεί απλή απελευθέρωση «έτοιμων από καιρό» εκπαιδευτικών που επιθυμούν διακαώς το συνεργατικό σχολείο για όλους τους μαθητές και σε αυτήν την περίπτωση θα ήταν αρκετές κάποιες θεσμικές τροποποιήσεις «από τα πάνω».  Αντίθετα, η αλλαγή που προτείνουμε έχει όλα τα χαρακτηριστικά της καινοτομίας και θα πρέπει να περιλαμβάνει όλα όσα απαιτούνται για τη διαχυση και υιοθέτηση των καινοτομιών (Rogers, 1995). Αυτό σημαίνει ότι απαιτείται επιστημονική προσέγγιση συνολική και σε κάθε βήμα, προσαρμογή σε πραγματικές – διαπιστωμένες ανάγκες των χρηστών, πειστική αντιμετώπιση των αντιστάσεων που προέρχονται από τη δύναμη της συνήθειας και από τον φόβο της «δημόσιας έκθεσης» που συνεπάγεται η συνεργασία,  ισχυρή αμφίδρομη επικοινωνία για εντοπισμό των προβλημάτων και διόρθωση, πρόσθετη υποστήριξη αυτών που υστερούν κλπ. Βασικός παράγοντας επιτυχίας είναι ο εντοπισμός της «κρίσιμης μάζας» χρηστών οι οποίοι θα διαδραματίσουν καταλυτικό ρόλο στη διάδοση και υιοθέτησή της. Με βάση τις παραπάνω απαιτήσεις της καινοτομίας, οι Σχολικοί Σύμβουλοι συγκεντρώνουν όλα τα χαρακτηριστικά της «κρίσιμης μάζας». Με βάση τα χαρακτηριστικά του ρόλου τους και τα καθηκόντά τους, είναι (ή πρέπει να είναι) ηγέτες αλλαγής και καινοτομίας, αναζητούν δημιουργική διέξοδο αξιοποίησης του επιστημονικού και παιδαγωγικού τους αποθέματος, το οποίο ασφυκτιά στο σημερινό διοικητικό πλαίσιο,  διαθέτουν δεξιότητες αμφίδρομης επικοινωνίας και είναι σε θέση να κατανοούν και να συνδυάζουν τις γενικές κατευθύνσεις με την πρακτική εφαρμογή τους, αξιοποιώντας τη συλλογική εμπειρία των εκπαιδευτικών.  Τέλος, διαθέτουν το κύρος και τα προσόντα να επικοινωνήσουν και να διαπραγματευτούν ισότιμα με υψηλά ιστάμενους εκπροσώπους κοινωνικών φορέων με τους οποίους θα πρέπει να συνεργάζεται ένα συνεργατικό σχολείο, ώστε να βρει συμμάχους στη μετατροπή του σε ένα σχολείο για όλους τους μαθητές.
  1. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά για την Επαγγελματική  εκπαίδευση – Κατάρτιση ΕΕΚ
Οι σχολικοί σύμβουλοι της ΕΕΚ έχουν ήδη σημαντικό ρόλο καθώς καλούνται να υποστηρίξουν πολλαπλά μαθήματα σε κάθε ειδικότητα, και κυρίως να παρακολουθούν και να ανανεώνουν τις γνώσεις τους σύμφωνα με τις ταχύτατες εξελίξεις της τεχνολογίας και τις νέες απαιτήσεις της εργασίας. Αν και σε όλους τους τομείς υπάρχει επιστημονική εξέλιξη, αυτή δεν επηρεάζει άμεσα το περιεχόμενο διδασκαλίας σε δευτεροβάθμια επίπεδο, όπως συμβαίνει με την τεχνολογία της πράξης (πχ αυτοκίνητα, κλιματιστικά κλπ). Η δημιουργία κοινοτήτων γνώσης και πρακτικής,  μεταξύ εκπαιδευτικών ή και η σύνδεση με εξωτερικούς φορείς γνώσης, αποτελεί έναν αναντικατάστατο ρόλο των Σχολικών Συμβούλων.
Σημαντικές είναι οι υπηρεσίες τους ως προς τον κοινωνικό ρόλο της ΕΕΚ που αποτελεί  βασική πολιτική επιλογή για τις αλλαγές που δρομολογούνται καθώς μεγάλο ποσοστό των μαθητών των ΕΠΑΛ έχει χαμηλή ετοιμότητα και προβλήματα που απαιτούν ειδική υποστήριξη. Κυρίως ψυχοκοινωνική υποστήριξη των μαθητών και ανάδειξη εναλλακτικών προσεγγίσεων στην κατάκτηση και αξιολόγησης της γνώσης, ώστε να καταστήσουν δυνατή την επανασύνδεσή τους με την εκπαιδευτική διαδικασία.
Η μαθητεία και η σύνδεση με την κοινωνία και την αγορά εργασίας απαιτούν επίσης ένα υψηλό επιστημονικό και επαγγελματικό προφίλ για ισότιμη συνεργασία  με τους επαγγελματικούς και εργοδοτικούς φορείς καθώς θα διαπραγματεύονται σημαντικά ζητήματα όπως τον τρόπο σύνδεσης με τις ανάγκες των επιχειρήσεων με συμβατό για την εκπαίδευση τρόπο. Η μη θεσμική αξιοποίηση των σχολικών συμβούλων κατά την πρώτη εφαρμογή της Μαθητείας που επιδιώκεται μέσα στο 2017, παρά την καταλυτική συνεισφορά τους στην πιλοτική φάση κατά το 2016 (ουσιαστικά δεν θα γινόταν αν δεν είχαν δραστηριοποιηθεί οι Σχολικοί Σύμβουλοι Ηλεκτρολόγων και Γεωπόνων (Θεσσαλονίκη), έχει ήδη αναδείξει  προβλήματα. Τόσο όσον αφορά την επικοινωνία της Μαθητείας προς τα σχολεία και μέσω αυτών στην τοπική κοινωνία, αλλά κυρίως στην ανεύρεση επιχειρήσεων για θέσεις Μαθητείας.  
Βεβαίως, είναι απαραίτητο να γίνουν κάποιες διορθώσεις οι οποίες αποτελούν κατάλοιπα  συντεχνιακών ρυθμίσεων (που ευδοκιμούν κατά κόρον στην Επαγγελματική Εκπαίδευση). Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση ότι σε έναν από τους πλέον μαζικούς τομείς (Υγείας – Πρόνοιας – Ευεξίας) υπάρχουν 2-3 Σχολικοί Σύμβουλοι σε όλη την Ελλάδα. Επίσης η διατήρηση διαφορετικών Σχολικών Συμβούλων ΠΕ12 και ΠΕ17 σε ειδικότητες που έχουν κατά κανόνα ίδιες αναθέσεις οδηγεί  σε τραγελαφικές καταστάσεις, ένα μάθημα να καθοδηγείται από διαφορετικούς σχολικούς συμβούλους, ανάλογα με τον κλάδο στον οποίο ανήκει ο εκπαιδευτικός που το διδάσκει. Προφανώς, οι ξεχωριστοί Σχολικοί Σύμβουλοι προστατεύουν από συντεχνιακές επιθέσεις και  τους εκπαιδευτικούς ΠΕ12 και τους ΠΕ17 αλλά όχι τους μαθητές και την εκπαίδευση.
  1. Αξιολόγηση εκπαιδευτικού έργου
Οι Σχολικοί σύμβουλοι, αν θέλουμε να είναι Σύμβουλοι, δεν μπορούν να είναι αυτοί που αξιολογούν άμεσα το εκπαιδευτικό έργο. Μπορούν όμως να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο όπως:
  • τον κριτικό φίλο και τον διακινητή καλών πρακτικών (όπως περιγράφεται σε δράσεις αυτοαξιολόγησης),
  • τον συντονιστή διαμορφωτικής αξιολόγησης μεταξύ ομότιμων (peer to peer),  η οποία θεωρείται ιδιαιτέρως αποδοτική και ασφαλής, ιδιαιτέρως σε περιπτώσεις που δεν υπάρχει κουλτούρα αξιολόγησης και εμπιστοσύνη στην ιεραρχία
  • τον «μεταφραστή» της αυτοαξιολόγησης της σχολικής μονάδας ή της  διαμορφωτικής αξιολόγησης εκπαιδευτικού σε πρόγραμμα επιμόρφωσης,
  • τον οργανωτή σύνδεσης επιμόρφωσης (αλληλοεπιμόρφωσης – ετεροπαρακολούθησης – κοινοτήτων γνώσης) και διαμορφωτικής αξιολόγησης
Προτάσεις για τον τρόπο επιλογής
Παρότι το κύριο είναι η σαφής περιγραφή του ρόλου των Σχολικών Συμβούλων, θα μπορούσα να υποστηρίξω με αρκετές επιφυλάξεις τις παρακάτω προτάσεις για τον τρόπο επιλογής τους
  • Αντικειμενικά προσόντα με επιστημονική – παιδαγωγική βαρύτητα μεγαλύτερη από αυτή των διοικητικών στελεχών.. Η παιδαγωγική και επιστημονική επάρκεια εξασφαλίζει μια γενική εικόνα επάρκειας αλλά και αν το στέλεχος μπορεί να προσεγγίσει τα σύνθετα δεδομένα της εκπαίδευσης μέσω της έρευνας και όχι εμπειρικά. Για παράδειγμα στη Φινλανδία, η οποία εστιάζει στην καθημερινή διερεύνηση των θεμάτων της εκπαίδευσης, απαιτεί για το σύνολο των εκπαιδευτικών μεταπτυχιακό, άρα γνώση της έρευνας. Δείτε σχετικά, «Μαθήματα από τη Φινλανδία – Αξιολόγηση των μαθητών» http://users.sch.gr/kontaxis/paidagogika/1412FinlandAssesm.htm
  • Αξιολόγηση  από τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς (μικρό ποσοστό κατ αρχήν), με διασφάλιση ότι οι εκπαιδευτικοί δεν εξαρτώνται από τους Σχολικούς Συμβούλους οι οποίοι διαδραματίζουν αποκλειστικά ρόλο Συμβούλου. Κυρίως συνεχής διαμόρφωση κουλτούρας μη αμφίδρομης αξιολογικής σχέσης. Προσοχή, για τους ίδιους λόγους δεν είναι σκόπιμο να υπάρχει αξιολόγηση από τους Διευθυντές των Σχολείων. Επιπλέον, δεν διασφαλίζεται η συλλογικότητα καθώς αντιστοιχεί ένας μικρός αριθμός 5-10 άτομα ανά σχολικό σύμβουλο
  • Δομημένη Συνέντευξη τύπου ΑΣΕΠ με κύριο χαρακτηριστικό την αποτίμηση της προσωπικότητας, της επικοινωνιακής ικανότητας και της ικανότητας συνεργασίας
  • Παιδαγωγικό τεστ τύπου ΑΣΕΠ για όσους δεν έχουν περάσει από τις κρίσεις του 1997
  • Αξιολόγηση από Περιφερειακό Διευθυντή για το έργο του.  Για όσους δεν είναι Σχολικοί Σύμβουλοι θα μπορούσε να μετρήσει η γνώμη του Διευθυντή του σχολείου του και του συλλόγου διδασκόντων του σχολείου του. (ποσοστό ανάλογο με την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών για τους εν ενεργεία σχολικούς συμβούλους)
  • Κατά τη γνώμη μου, ίσως,  τα στελέχη επιπέδου Σχολικών Συμβούλων, μετά την  εκλογή τους δεν πρέπει να επανακρίνονται συνολικά αφού κρίθηκαν ότι μπορούν να κατέχουν ανάλογη θέση και δοκιμάστηκαν στην πράξη για μία θητεία (Εναλλακτικά, μπορεί αυτό να ισχύει μόνο για ένα ποσοστό που συγκέντρωσε την υψηλότερη αντικειμενική βαθμολογία πχ το 50% ). Για την ανανέωση της θητείας τους μπορούν να αξιοποιούνται σωρευτικά οι ετήσιες αξιολογήσεις που πρέπει να γίνονται για το έργο τους από τους προϊσταμένους τους και τους εκπαιδευτικούς βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων.  Και αν δεν ανταποκρίνονται με βάση τεκμηριωμένα κριτήρια, να απομακρύνονται. Έτσι αντιμετωπίζεται η υφιστάμενη κατάσταση των συνεχών κρίσεων αντικειμενικών κριτηρίων όπου ωθούνται, να βελτιώνουν συνεχώς τα προσόντα τους, εις βάρος της δουλειάς η οποία τους έχει ανατεθεί. Αυτός είναι ένας βασικός παράγοντας για την πορεία που έχει ο θεσμός. Επιπλέον, έχουμε αρκετές περιπτώσεις όπου πολλοί χρήσιμοι στην εκπαίδευση σχολικοί σύμβουλοι δεν επανακρίθηκαν  απλώς επειδή επικεντρώνονταν στη δουλειά τους και όχι στο κυνήγι προσόντων για την επόμενη κρίση. Επιπλέον, με αυτήν την πρόταση (ή ανάλογες προτάσεις) περιορίζεται η συνεχής εξάρτησή τους από την κεντρική εξουσία η οποία μπορεί να επηρεάσει τις κρίσεις αλλά δεν μπορεί να κάνει «το άσπρο μαύρο» στην αξιολόγηση του έργου του Σχολικού Συμβούλου, στο βαθμό μάλιστα που αυτό το έργο αξιολογείται και από τους εκπαιδευτικούς. .
Αναφορές
Rogers, E. (1995). Diffusion of Innovations . New York: The Free press.
European Commission Education and Learning (2013), Reducing early school leaving: Key messages and policy support, http://ec.europa.eu/education/policy/strategic-framework/doc/esl-group-r...
Ηλιού, Φ. (1983). Δημήτρης Γλυνός - Άπαντα. Αθήνα: Θεμέλιο.
Κονταξής , Α. (2016, Μάρτιος 10). Συνεργατικό Σχολείο για όλους τους μαθητές - Ο ρόλος των Σχολικών Συμβούλων. Ανάκτηση από Ο ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΟΣ : http://users.sch.gr/kontaxis/LINKS/1603synergatikosxoleio.htm
Κονταξής, Α. (2012, 12 21). Ο διττός ρόλος (κοινωνικός – εργασιακός) της Δευτεροβάθμιας Επαγγελματικής Εκπαίδευσης σε συνθήκες κρίσης – Η περίπτωση των Μηχανολόγων. Αθήνα. Ανάκτηση Ιανουάριος 29, 2017, από http://blogs.sch.gr/epal/files/2012/12/121227kontaxis.pdf
Κονταξής, Α. (2012, Σεπτέμβριος 8). Σχέδιο αντιμετώπισης του «τοίχου» της αδιαφορίας. Ανάκτηση Ιανουάριος 25, 2016, από Ο ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΟΣ: http://users.sch.gr/kontaxis/paidagogika/0909toixosadiaforias.htm
Κονταξής, Α. (2013, Απρίλιος). Πως να κάνω μάθημα όταν το επίπεδο μαθητών είναι τόσο χαμηλό;. Ανάκτηση Ιανουάριος 27, 2016, από Ο ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΟΣ: http://users.sch.gr/kontaxis/paidagogika/1304epipedo.htm
Κονταξής, Α. (2014). Συμβούλιο τμήματος και διαχείριση τάξης. Ανάκτηση Ιανουάριος 20, 2016, από Ο ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΟΣ: http://users.sch.gr/kontaxis/paidagogika/1401symvouliotaxis.htm
Κονταξής, Α. (2016, Μάρτιος 8). Ένα σχολείο για όλους τους μαθητές διαμορφωμένο από τα κάτω. Ανάκτηση από Ο ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΟΣ: http://users.sch.gr/kontaxis/LINKS/1602sxoleiogiaOlous.htm
Κονταξής, Α. (2016). Μπορούν να αποκτήσουν αξία οι σπουδές και η επιμόρφωση στην Ελλάδα;. Ανάκτηση Ιανουάριος 28, 2016, από Εθνικός διάλογος για την Παιδεία:
Α. Κονταξής
Μηχανολόγος Μηχανικός,
Σχολικός Σύμβουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια: