H ομιλία του υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων Κώστα Γαβρόγλου στην τελετή παράδοσης-παραλαβής





H ομιλία του υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων Κώστα Γαβρόγλου στην τελετή παράδοσης-παραλαβής

Καλησπέρα,
Καταλαβαίνετε μετά την ομιλία του Νίκου Φίλη ποιός είναι Υπουργός σε αυτό το Υπουργείο. Και το εννοώ γιατί ενώ μου είναι μία εξαιρετικά δύσκολη μέρα και πολιτικά και συναισθηματικά θεωρώ την τοποθέτηση του Νίκου ως ένα μεγάλο μάθημα δημοκρατίας και στο Υπουργείο μας και για την εκπαίδευση και για την κοινωνία μας. Έτσι πρέπει να γίνονται τα πράγματα.
Θα σταθώ σε μερικά πιο πεζά ζητήματα που θα μας απασχολούν ήδη από αύριο ευχαριστώντας βεβαίως και το εννοώ πολύ την Σία Αναγνωστοπούλου, τον Κώστα Φωτάκη, τον Θεοδόση Πελεγρίνη και βεβαίως τον Κώστα Ζουράρι και τον Δημήτρη Μπαξεβανάκη που ανέλαβαν αυτό το βαρύ έργο. Όπως είπε ο Νίκος Φίλης, επειδή ήμουν μέρος πολλών διεργασιών στο Υπουργείο, χωρίς τον Τάκη Κατσαρό δεν θα καταφέρναμε πολλά πράγματα και βεβαίως χωρίς τον Γιάννη Παντή, τον Γενικό Γραμματέα και τον Γενικό Γραμματέα Νέας Γενιάς, τον Παυσανία Παπαγεωργίου με τους οποίους είχα άψογη συνεργασία. Μία από τις μεγάλες προκλήσεις μας είναι να καταφέρουμε να κατοχυρώσουμε αυτά που κάναμε, μη θεωρούμε ότι είναι δεδομένο. Μη θεωρούμε το ότι τα σχολεία άνοιξαν για πρώτη φορά χωρίς ελλείψεις, βιβλία και όλα τα θέματα που έχουμε συζητήσει, ότι αυτό είναι μία αυτόματη διαδικασία. Και συνήθως η δεύτερη φορά αποδεικνύεται πιο δύσκολη, γι’ αυτό δεν πρέπει να εφησυχάζουμε. Η έμφαση στην ειδική εκπαίδευση είναι απολύτως σαφές ότι θα συνεχιστεί όπως επίσης και η κατοχύρωση και επέκταση του ολοήμερου σχολείου. Αυτά είναι πράγματα που έχουν σχέση με την καθημερινότητα των πολιτών.
Βεβαίως και οι πρωτοβουλίες που πάρθηκαν στην έρευνα στην ανώτατη εκπαίδευση. Θα συνεχίσουμε τον διάλογο με τα πανεπιστήμια και τα μεταπτυχιακά και βεβαίως θα συνεχίσουμε αυτό που ήδη έχει κάνει η αναπληρώτρια Υπουργός, τον τεράστιο αριθμό των υποτροφιών και τους πόρους από το ΕΣΠΑ. Και βεβαίως παρά τις όποιες δυσκολίες και παρά τις όποιες αντιδράσεις ατόμων, που μου είναι πολύ δύσκολο να τους φανταστώ σαν μέλη αυτής της κοινωνίας, θα κάνουμε το πάν για την εκπαίδευση των προσφύγων. Γιατί για εμάς τα προσφυγόπουλα δεν είναι ούτε μουσουλμανάκια ούτε Σύριοι ούτε Ιρακινοί. Ούτε χριστιανοί. Είναι πρωτίστως παιδιά. Και αν αυτό δεν το κατανοήσει η κοινωνία εμείς θα κάνουμε το παν για να το κατανοήσει. Ούτε ένα βήμα πίσω για το θέμα των προσφύγων. Θα ήθελα να θίξω ορισμένα άλλα ζητήματα ένα από τα οποία είναι ένα εξαιρετικά περίπλοκο πλέγμα με τους θεσμούς και τον ΟΟΣΑ. Προσπαθούμε να ακυρώσουμε δεσμεύσεις που πήραν οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Δεσμεύσεις που μας έχουν βάλει σε μία εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση και καταφέραμε τη χρονιά που πέρασε να αποδεσμευτούμε από πάρα πολλές από αυτές. Είμαστε λοιπόν σε μία καλή πορεία, πολύ περίπλοκη που εξαρτάται από την ακόμη μεγαλύτερη εικόνα.
Αλλά εδώ υπάρχουν και δύο θέματα, που αν δεν λυθούν ταυτοχρόνως μέσα στο συνολικό αυτό πλαίσιο, δεν θα μπορέσουμε να λύσουμε πολλά μας προβλήματα: το ένα είναι το θέμα των μόνιμων διορισμών και το άλλο είναι η αύξηση των δαπανών για την εκπαίδευση. Πολλές φορές η εμμονή των θεσμών να πάρουμε «πράσινο φως» για αυτά μας βάζει σε άλλες σχέσεις. Είμαστε πέρα από το στάδιο του προβληματισμού. Και βεβαίως θα πω κάτι που το λέμε και δεν θέλω να θεωρηθεί καθόλου τυπικό, ότι σε αυτή τη συγκυρία, τη συγκυρία μίας ρημαγμένης κοινωνίας σε πολλά επίπεδα και των σημαδιών ανάκαμψης στην εκπαίδευση βασιζόμαστε αποκλειστικά στους εκπαιδευτικούς. Όσους νόμους και να περάσουμε αν οι εκπαιδευτικοί της Δημόσιας και Ιδιωτικής Εκπαίδευσης δεν αναλάβουν το βαρύ φορτίο, όχι του έργου τους απλά αλλά της συνειδητοποίησης ότι ασκούν κοινωνικό λειτούργημα και αυτό το λειτούργημα είναι μέσα σε αυτές τις νέες συνθήκες, νομίζω πάλι δεν θα πάμε μακριά.
Στον εθνικό και κοινωνικό διάλογο για την παιδεία γράφτηκαν πολλά λέχθηκαν πολλά. Και είναι πολύ καλό που έγινε αυτό γιατί ένας διάλογος σημαίνει να αναμετρηθούμε με τις ιδέες μας να διαφωνήσουμε, να συμφωνήσουμε, να αξιοποιήσουμε τις παλιές ιδέες, μη θεωρήσουμε ότι είμαστε οι πρώτοι που σκέφτονται ορισμένα πράγματα και έχει τεράστια σημασία να δούμε για ποιες από αυτές τις ιδέες η κοινωνία είναι πιο δεκτική. Αν η κοινωνία δεν είναι δεκτική όπως είπα οι καλύτεροι νόμοι, τα καλύτερα άρθρα δεν πρόκειται να μας πάνε μακριά.
Συνυπολογίζοντας λοιπόν τους προβληματισμούς του Εθνικού και Κοινωνικού διαλόγου για την Παιδεία. Τις πολιτικές και κοινωνικές προτεραιότητες της κυβέρνησής μας. Τις συζητήσεις αλλά και τις δεσμεύσεις μας, γιατί πρέπει να είμαστε πολύ ειλικρινείς, έχουμε δεσμεύσεις με τους θεσμούς και έχουμε δυνατότητα διαπραγμάτευσης. Άρα συνυπολογίζοντας τις συζητήσεις μας και τις δεσμεύσεις μας με τους θεσμούς και τον ΟΟΣΑ προτιθέμεθα να κινηθούμε προς τρείς κατευθύνσεις. Τυγχάνει να έχουν μέσα τους το τριαδικό σχήμα – δεν ξέρω για πιο λόγο έγινε αυτό- το πρώτο είναι η σύνταξη- και σχεδόν έχει ολοκληρωθεί- ενός τριετούς σχεδίου με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα. Έχει πολύ μεγάλη σημασία για ένα θέμα που είναι τόσο περίπλοκο, όπως η παιδεία, η κοινωνία να καταλαβαίνει τις λύσεις με ένα τρόπο απλό. Αλλιώτικα θα μπερδευτούμε όλοι, κανείς δεν θα ξέρει τι του γίνεται.
Έχει λοιπόν πολύ μεγάλη σημασία στο τριετές αυτό σχέδιο να υπάρχει και χρονοδιάγραμμα υλοποίησης με βάση το οποίο πρέπει να αξιολογηθούμε και εμείς. Δεν είμαστε υπεράνω αξιολογήσεων. Άρα θα το δημοσιοποιήσουμε σε λίγες μέρες, είναι ένα πράγμα που έχει επεξεργαστεί η προηγούμενη ηγεσία και σε αυτό θα έχουμε πολλά να πούμε.
Το δεύτερο τρίπτυχο είναι ότι πρέπει να δούμε τι κάνουμε με τις τελευταίες τάξεις του Λυκείου, με τις πανελλήνιες εξετάσεις και τα πρώτα χρόνια στο πανεπιστήμιο. Είναι οι τρεις όψεις του ιδίου προβλήματος και το πρόβλημα εδώ, είναι ότι έχουμε απωλέσει το Λύκειο. Τι είδους κοινωνία είναι η κοινωνία μας που με τις επιλογές που έχει κάνει έχει ακυρώσει τις τελευταίες δύο τάξεις του Λυκείου. Χωρίς καμία ευθύνη των εκπαιδευτικών. Και όταν λέω εκπαιδευτικών δεν εννοώ όλων, όπως όταν λέω πολιτικών, δεν εννοώ όλων και συνεννοούμαστε νομίζω. Αλλά έχει πολύ μεγάλη σημασία να δούμε αυτό το πρόβλημα κατάματα. Θέλουμε να είμαστε μία κοινωνία χωρίς τις δύο τάξεις του Λυκείου; Ας το δούμε. Θέλουμε να είμαστε μία κοινωνία που ταλαιπωρείται η οικογένεια, οι συγγενείς, οι φίλοι γιατί το παιδί θα δώσει εξετάσεις για να μπει στο πανεπιστήμιο; Το παιδί που είναι 18 ετών. Δεν έχει την ευχέρεια ούτε να ερωτευθεί και αν είναι ερωτευμένος και δεν τα πάνε καλά ούτε να τα χαλάσει. Μα είναι σοβαρά πράγματα αυτά; Δεν θα βγουν αυτά όταν περάσουν δέκα ή δεκαπέντε χρόνια στον χαρακτήρα αυτών των παιδιών; Θέλουμε ως κοινωνία να αναπαραχθεί αυτό το σύστημα; Αν δεν το θέλουμε τότε όλοι μας, εμού συμπεριλαμβανομένου, είμαστε ενώπιος ενωπίω, σοβαρότατων αποφάσεων που πρέπει να παρθούν.
Και το τρίτο θέμα είναι ένα που έχουμε επεξεργαστεί και με την αναπληρώτρια Υπουργό Σια Αναγνωστοπούλου και τον αναπληρωτή Υπουργό Κώστα Φωτάκη: είναι ο ενιαίος χώρος έρευνας και εκπαίδευσης. Φανταστείτε ένα τρίγωνο στην μία ακμή είναι τα πανεπιστήμια στην άλλη είναι τα ΤΕΙ και στην άλλη τα ερευνητικά κέντρα. Οι σχέσεις αυτές πρέπει πια να επαναπροσδιοριστούν, είναι σχέσεις παγωμένες εδώ και πολλές δεκαετίες. Τι θα μας βγάλει αυτό; Μόνο καλά. Όλα αυτά τα λέμε δηλώνοντας ότι δεν πρόκειται να υπάρχει κανένα πρόβλημα με καμία από τις θέσεις των εργαζομένων οπουδήποτε και αν είναι αυτοί οι εργαζόμενοι. Ξέρετε όμως πως όλα όσα σχεδιάζαμε και όλα όσα έκανε η υπάρχουσα ηγεσία απαιτούν αυτό που είναι το πιο δύσκολο σε μία κοινωνία. Αλλαγή νοοτροπιών και τέτοια αλλαγή δεν μπορεί να γίνει αν δεν μιλήσουμε ταυτόχρονα όχι μόνο για τα καλά αλλά και τις παθογένειες μας. Πού θα αλλάξουμε νοοτροπία. Δεν θα υπάρξουν συνταγές για αυτά, δεν υπάρχουν νόμοι και όλα αυτά που σας είπα και όλα αυτά που έγιναν. Γιατί ένα παιδί να μην το στέλνουν στο ολοήμερο σχολείο; Γιατί πρέπει να πάει να μάθει κάτι εκτός σχολείου; Γιατί να μην υπάρχει μία εμπιστοσύνη στα δημόσια σχολεία; Θέλετε να δείτε τις στατιστικές; Αυτό δεν είναι μέτωπο προς τα ιδιωτικά σχολεία, προς θεού. Έχουν εξαιρετικούς εκπαιδευτικούς και πολλά από αυτά εξαιρετικές διοικήσεις, για να είμαστε εντάξει με τις διοικήσεις τους. Αλλά ο εξευτελισμός και η απαξίωση που υπήρξε, για λόγους που όλοι καταλαβαίνουμε, στο δημόσιο σχολείο έχει ουσιαστικά μπολιάσει και την κοινωνία μας. Να λοιπόν μία από τις πολλές αλλαγές της αλλαγής νοοτροπίας.
Και όταν λέμε για αλλαγή νοοτροπιών υπάρχουν και ορισμένες λέξεις, με τους περισσότερους από εσάς γνωριζόμαστε αρκετά έως πολύ καλά, που φοβούμαστε να τις πούμε. Ας μη φοβόμαστε να λέμε τη λέξη αξιολόγηση. Μη φοβόμαστε να λέμε τη λέξη συντεχνία. Αυτό τί σημαίνει, ότι πρέπει να είναι τιμωρητική η αξιολόγηση; Όσο οι συνάδελφοι μας και εγώ θα είμαστε εδώ δεν πρόκειται να γίνουν τέτοιες ανόητες αξιολογήσεις που έχουν ως στόχο τη τιμωρία. Την βελτίωση, ναι. Πρέπει αυτό να το βάλουμε στην κουλτούρα μας επειδή έγιναν στραβά και απίστευτα. Αυτό πρέπει εμείς πρώτοι να το ανανοηματοδοτήσουμε. Και βεβαίως μία κοινωνία στο σύνολο της συντεχνιοποιημένη, τελικά δεν είναι μία κοινωνία δημοκρατική. Τελικά, αν υπάρχει ένα δημοκρατικό αίτημα ταυτόχρονα είναι και ένα αίτημα για να δούμε τι σημαίνουν αυτού του είδους τα πράγματα. Μέσα λοιπόν στη πολύπλευρη κρίση που περνά όχι μόνο η δική μας κοινωνία αλλά και οι ευρωπαϊκές, και αυτό δεν το λέμε ως άλλοθι, το έχουμε συζητήσει με τους συναδέλφους μας και με τον Νίκο Φίλη άπειρες ώρες, υπάρχει μία μοναδική ευκαιρία για να ξανακάνουμε τη διαφορά. Ξέρετε ποια θα είναι αυτή; Να θέσουμε στο τραπέζι αξίες που τείνουν να ξεχαστούν, ότι η παιδεία κατά κύριο λόγο είναι ανθρωπιστική και κατά δεύτερο εκείνο το μέσο που φτιάχνει τους δημοκρατικούς πολίτες, αυτούς που αύριο θα αμφισβητήσουν τις εξουσίες και τις καταστημένες νοοτροπίες. Να ξαναθέσουμε αυτά τα προβλήματα, αυτά τα αξιακά στοιχεία στο τραπέζι και όχι μόνο στο ελληνικό τραπέζι. Και εκεί είμαστε διατεθειμένοι να αρχίσουμε να συζητάμε όχι μόνο με τους θεσμούς αλλά και με άλλους Υπουργούς παιδείας σε όλη την Ευρώπη ώστε να προωθηθούν αυτά τα ξεχασμένα ευρωπαϊκά ιδεώδη.
Θέλω να σας πω ελάχιστα για το θέμα της Εκκλησίας για να μην νομίζετε ότι είναι κάτι για το οποίο δεν θέλω να μιλήσω. Εγώ τα ζητήματα αυτά ομολογώ ότι δεν τα γνωρίζω τόσο βαθιά όπως ο Νίκος Φίλης και θέλω να υπογραμμίσω: οι γνώσεις του Νίκου είναι βαθιές επί αυτών των ζητημάτων και όχι μόνο των δογματικών αλλά και των ιστορικών. Νομίζω ότι αυτή τη στιγμή πρέπει να μείνουμε σταθερά στις δηλώσεις που έγιναν από την κυβέρνηση και τον Αρχιεπίσκοπο, όταν βγήκαν μετά τη συνάντηση στο πρωθυπουργικό γραφείο. Να προχωρήσουμε να σχεδιάσουμε τα βιβλία στο Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής, να αξιολογήσουμε πως πήγαν τα πράγματα φέτος, να γίνουν καταρτίσεις των θεολόγων και να πάμε μπροστά. Δεν μας βοηθάει ούτε στο ευρωπαϊκά πλαίσιο ούτε στο δικό μας πλαίσιο ένα ζήτημα μισαλλοδοξίας που πρέπει να σας το τονίσω δεν ήταν ευθύνη του Υπουργού Παιδείας. Ένας ιεράρχης μου έστειλε χθες ένα μήνυμα, μία επιστολή για να με συγχαρεί. Στην επιστολή λοιπόν γράφει ότι είναι σίγουρος ότι με έναν επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο θα έχουμε το καλύτερο αποτέλεσμα. Είναι ένας από τους ιεράρχες, μέλος της επιτροπής για τα βιβλία. Χαιρετίζω τη δήλωση του και είμαι σίγουρος ότι είναι μία δήλωση που δέχεται και ο Αρχιεπίσκοπος.
Θέλω να τελειώσω με κάτι πιο προσωπικό. Ξέρετε πολλές και πολλοί από εσάς ότι η πολιτική κουλτούρα δεν μαθαίνεται, προκύπτει. Τα πτυχία, τα διδακτορικά και τα λοιπά είναι τα εύκολα. Τα δύσκολα είναι να αποκτήσεις ένα αξιακό σύστημα ένα πολιτισμικό υπόβαθρο. Στη διαμόρφωση της δικής μου πολιτικής κουλτούρας, ενός τεχνοκράτη σε τελική ανάλυση έπαιξαν ρόλο πολλοί άνθρωποι. Θέλω να αναφέρω το μεγάλο χρέος που έχω στον Μπάμπη Δρακόπουλο τον επικεφαλής του επιχειρήματος της αριστεράς με δημοκρατία και σοσιαλισμό, όταν στα μαύρα χρόνια της χούντας το 1968 αποφάσισε να συγκρουστεί με το ιερατείο του ΚΚΕ. Τον Τάκη Μπενά, το ιστορικό στέλεχος της Αριστεράς που αποσύρθηκε τότε που κατάλαβε ότι πρέπει να αποσυρθεί και μας έμαθε όλους μας πώς πρέπει να γερνάμε αξιοπρεπώς. Τον Γιάννη Μπανιά, που δεν είναι πια μαζί μας, για το απίστευτο πείσμα του σε μία έρημη δεκαετία του 1990, όταν θεωρούσαμε ότι το όραμα της Αριστεράς έχει πια χαθεί. Τελευταία θα ήθελα να αναφέρω τον Νίκο Φίλη, με κάθε σοβαρότητα τού οφείλω πολλά, γνωριζόμαστε πολλές δεκαετίες, εκείνος μαθητής και εγώ μόλις είχα γυρίσει από το εξωτερικό. Αν είχα να πω κάτι, όπως είπα για τους προηγούμενους συντρόφους μας, ο Νίκος μου έμαθε να ακούω αλλά και πότε να μην υπακούω και για αυτό του είμαι ευγνώμων.
Σας ευχαριστώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Αρχείο Δημοσιεύσεων