Τρόποι να μάθουν και να συγκρατήσουν νέες λέξεις οι μαθητές




Στο άρθρο "Διδασκαλία και αξιολόγηση λεξιλογίου" περιγράφονται:

  •  τεχνικές και  τρόποι για να μάθουν οι μαθητές νέες λέξεις, 
  •  η χρήση του λεξιλογίου στη διδασκαλία  
  •  επίσης περιλαμβάνονται και υποδείγματα ασκήσεων.

Βάμβουκα Ιωάννα
Απόσπασμα από το άρθρο 


Παράγοντες μνημονικής συγκράτησης του λεξιλογίου
Πέρα από τη μάθηση και τη διδασκαλία του λεξιλογίου στους μαθητές,κρίνεται επιβεβλημένο να κάνουμε και μια αναφορά στους παράγοντεςπου βοηθούν στη διατήρηση του λεξιλογίου στη μνήμη. Γιατί δεν αρκεί μονάχα να διδάξω μια νέα λέξη στους μαθητές, οι τελευταίοι χρειάζεται και να είναι σε θέση να την ανακαλέσουν και να τη χρησιμοποιήσουν την κατάλληλη επικοινωνιακή στιγμή.
Οι έρευνες δείχνουν ότι το πόσο καλά θυμόμαστε μια λέξη εξαρτάται από τέσσερις παράγοντες: από το πόσο βαθιά επεξεργαζόμαστε τη λέξη (Craik & Lockhart, 1972), το πόσο αξιομνημόνευτη ήταν για μας η πρώτη της εμφάνιση (Bahrick, 1984), από το πόσο συχνά τη συναντούμε και τη μελετούμε (Bahrick &.Phelps, 1987) και από τους συσχετισμούς-συνειρμούς που δημιουργούνται για αυτή τη λέξη μέσα μας (Stevick 1976, Χειλάκου, 2005).
Ο πρώτος παράγοντας σημαίνει πως όσο περισσότερο ενεργοποιούμαστε διανοητικά, για να καταλάβουμε τη σημασία μιας λέξης τόσο πιο πολύ εντυπώνεται αυτή στη μνήμη μας. Συνεπώς, η επανάληψη λέξεων ως σειρές ήχων συνιστά επεξεργασία χαμηλού επιπέδου, η κατανόηση του πώς εντάσσονται οι λέξεις στη γραμματική δομή της πρότασης συνιστά βαθύτερη επεξεργασία και οδηγεί σε καλύτερη μνήμη, ενώ η κατανόηση της έννοιας της λέξης σε σχέση με το συνολικό νόημα της πρότασης αποτελεί ανώτερο επίπεδο επεξεργασίας και έχει καλύτερα μνημονικά αποτελέσματα.
Βάσει των παραπάνω, ο εκπαιδευτικός:
• οφείλει να παρουσιάζει τις καινούργιες λέξεις μέσα από προτάσεις, ώστε ο μαθητής να δραστηριοποιείται για να συλλάβει το εύρος των παραδειγματικών και συνταγματικών σχέσεων της λέξης. Επιπλέον, όταν μια λέξη συναντάται μέσα σε μια πρόταση, ο μαθητής αμέσως αντιλαμβάνεται και τις πραγματολογικές συνθήκες με τις οποίες μπορεί να εμφανιστεί η συγκεκριμένη λέξη και τις κοινωνικές περιστάσεις στις οποίες χρησιμοποιείται. Με άλλα λόγια, για να κατανοήσει και να αφομοιώσει ο μαθητής τη σημασία μιας λέξης απαιτείται και η γνώση των διάφορων αξιών που παίρνει το εκφώνημα, χρειάζεται να γνωρίζει, την καταστασιακότητα (situationality) της επικοινωνίας, δηλαδή τις χωροχρονικές σχέσεις, τα πρόσωπα και τις συνθήκες παραγωγής λόγου και ανταλλαγής πληροφοριών.
Μια λέξη πρέπει να μελετάται μέσα στην πρόταση, της οποίας και αποτελεί συναρτησιακή λειτουργική μονάδα.
• καλό θα είναι να χρησιμοποιεί στη διδασκαλία αυθεντικά κείμενα, αφού μόνο αυτά εξασφαλίζουν την παρουσίαση μιας λέξης σε όλη της τη λειτουργικότητα. Όπου αυτό δεν είναι δυνατό (π.χ. αρχάριοι) απαιτείται η χρήση κατασκευασμένων κειμένων που να μη στερούνται φυσικότητας και πραγματολογικής αλήθειας. Μάλιστα ο Taylor (1983), επισημαίνει ότι
οι λέξεις που συνδέονται μεταξύ τους με φυσικότητα σ’ ένα κείμενο μαθαίνονται πιο εύκολα απ’ ότι οι λέξεις που δεν συνδέονται σε μεγάλο βαθμό
με άλλες.
Ο δεύτερος παράγοντας δείχνει πως τόσο πιο εύκολα συγκρατείται στη μνήμη μια λέξη όσο μεγαλύτερη εντύπωση μας δημιούργησε την πρώτη φορά που την συναντήσαμε. Αυτό είναι πιο κατανοητό, αν σκεφτούμε την ευκολία με την οποία οι μαθητές θυμούνται τις βρισιές σε μια ξένη
γλώσσα, έστω κι αν τις έχουν ακούσει μόνο μια φορά, ή τις αστείες στο άκουσμα/προφορά λέξεις. Άρα, λοιπόν, ο εκπαιδευτικός χρησιμοποιώντας την ευρηματικότητά του θα πρέπει να αναζητήσει ποικίλους τρόπους για να καταστήσει έντονη και αλησμόνητη την πρώτη εμφάνιση μιας λέξης.
Ο τρίτος παράγοντας, που καθορίζει πόσο εύκολα μαθαίνουμε μια λέξη, είναι η συχνότητα με την οποία τη συναντούμε. Το ότι οι λέξεις οργανώνονται στη λεξική μνήμη μέσω της συχνότητας είναι από τα πιο σταθερά δεδομένα της Γνωστικής Ψυχολογίας και της Υπολογιστικής Γλωσσολογίας. Λέξεις που εμφανίζονται συχνά αποτυπώνονται πιο εύκολα στη μνήμη των
παιδιών απ’ ότι λέξεις σπάνιες και δύσχρηστες. Βέβαια, πέρα από τη συχνότητα εμφάνισης των λέξεων, σημαντικό είναι και η οργάνωση τους σεπαρουσιάσεις σε τακτά χρονικά διαστήματα, έτσι ώστε να αποτυπώνονται και να εγκαθίστανται πιο στέρεα στη μνήμη. Διάφορες τεχνικές επανά-
ληψης του λεξιλογίου (π.χ. η ίδια λέξη σε πολλά συγκείμενα) μπορούν να οδηγήσουν στην αυτόνομη αναγνώριση της σημασίας (Βάμβουκας, 2004).
Ο τέταρτος παράγοντας αναφέρεται στους συσχετισμούς που είναι δυνατόν να δημιουργηθούν μεταξύ των λέξεων και οι οποίοι διακρίνονται σε γλωσσικούς και εξωγλωσσικούς. Οι γλωσσικοί συσχετισμοί προκύπτουν από τα χαρακτηριστικά των λέξεων (ακουστική και γραπτή εικόνα της
λέξης, σημασία, παραδειγματικές και συνταγματικές σχέσεις, συχνότητα χρήσης) και συνδέουν τις καινούργιες λέξεις με άλλες λέξεις. Οι εξωγλωσσικοί συσχετισμοί αφορούν στις συνθήκες κατά τις οποίες διδάσκεται μια λέξη: για παράδειγμα, ένα περιστατικό που συνέβη κατά τη διδασκαλία της συγκεκριμένης λέξης, μια λανθασμένη χρήση της που προκάλεσε γέλια στην τάξη (Χειλάκου, 2005). Κάθε μαθητής δημιουργεί τους δικούς του ιδιαίτερους συσχετισμούς. Ο εκπαιδευτικός έχει καθήκον να ενθαρρύνει τους μαθητές του στη δημιουργία τέτοιων συνειρμών, οι οποίοι επιτρέπουν το συνδυασμό των καινούριων λέξεων με άλλες ήδη γνωστές και να τους
υποδείξει τρόπους συσχετισμού των λέξεων, όπως είναι:
• Η δημιουργία εικόνων-σκηνών στις οποίες τοποθετείται η καινούρια λέξη. Ο μαθητής ενθυμούμενος όλη τη σκηνή θυμάται και τη συγκεκριμέ νη λέξη.
• Η χρήση λέξεων-κλειδιών. Όσο πιο παράξενη είναι η λέξη-κλειδί με την οποία συνδέουμε την καινούρια λέξη τόσο πιο αποτελεσματικά την ανακαλούμε στη μνήμη μας. Π.χ. αν διδάσκουμε τη λέξη ≪παπαγάλος≫ ως λέξεις κλειδιά μπορούν να χρησιμεύσουν οι λέξεις ≪παπάς≫ και ≪γάλλος≫ και οι μαθητές να θυμούνται πως ο παπαγάλος δεν είναι ένα γάλλος ιερω-
μένος αλλά ένα πουλί, το οποίο μπορούν να φανταστούν ότι μιλάει γαλλικά (Ε.Χειλάκου 2005).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Αρχείο Δημοσιεύσεων