Ο Αντόνιο Γκράμσι ως εκπαιδευτής στα «Γράμματα από τη φυλακή»







Κείμενο eranistis
 
Στα «Γράμματα από τη φυλακή», οι παιδαγωγικές ιδέες του Γκράμσι παίρνουν μια πιο συγκεκριμένη μορφή, αφού απομακρύνεται από έναν «μορφωτικό» διαλογισμό για να αποκτήσει ένα πιο ουσιαστικό εκπαιδευτικό ενδιαφέρον. Τούτο καθορίζεται από την αγωνία και την αγάπη του για τα παιδιά του. Όσον αφορά τον τρόπο διδασκαλίας συμβουλεύει να δοθεί κύριο βάρος όχι στις μεγάλες ιδέες, αλλά στην αντικειμενική κριτική και αυτοκριτική, μακριά από πάθη.
Έτσι, λοιπόν, ο δάσκαλος θα πρέπει να ξεκινά τη διαπραγμάτευση ενός θέματος με την καταγραφή των εμπειριών. Στη συνέχεια ακολουθεί η ανάπτυξη κι ο συντονισμός των εμπειριών και των παιδαγωγικών και διδακτικών παρατηρήσεων. Πρόκειται για μια αδιάκοπη εργασία από την οποία μπορεί να προέλθει ο τύπος του σχολείου και ο τύπος διδασκαλίας, που απαιτεί το περιβάλλον. Η διδασκαλία περιγράφεται ως ενεργητική διαδικασία, η οποία τίθεται σε ιστορικές βάσεις και πηγάζει από την ενοποίηση διανοητικής και χειρωνακτικής εργασίας.
Γράφει για το περιεχόμενο: «είναι ένα ιδιαίτερο περιβάλλον, που απαιτεί σαν πρώτο πράγμα να ξεγυμνωθούμε από κάθε σχολική νοοτροπία». Στα γραπτά του τον απασχολεί, έμμεσα, η εκπαίδευση των δύο παιδιών του, Ντέλιο και Τζουλιάνο. Το παράπονό του ως πατέρα εντοπίζεται σε δύο γεγονότα. Ότι λόγω της φυλάκισής του είναι μακριά από τα παιδιά του στην ηλικία των δύο ετών. Μια ηλικία, που τη θεωρεί σημαντική. Θεωρεί επίσης ότι  η καλύτερη γνώση για την ανάπτυξη ενός παιδιού προέρχεται από εκείνον, που γνωρίζει καλύτερα το παιδί, αρκεί αυτός να μην τυφλωθεί από το συναίσθημα κι εξαιτίας του χάσει κάθε κριτήριο, αφήνοντας τον εαυτό του στην καθαρή εκστατική θεώρηση του παιδιού, το οποίο υποβαθμιζόμενο λειτουργεί ως έργο τέχνης.
Ο άνθρωπος θεωρείται ιστορικός σχηματισμός, προϊόν των ιστορικών περιστάσεων και του περιβάλλοντος. Μια πολύ βασική παρατήρηση σ’ αυτό το σημείο σχετίζεται με την ανικανότητα και την έλλειψη «θέλησης» της παλιάς γενιάς να μορφώσει τη νέα. Οι μεγάλοι αδιαφορούν και ξεχνούν το πόσο σημαντική είναι η παιδική ηλικία και δίνουν βάρος στην εφηβική, όταν είναι πλέον αργά, αφού κάθε εξωτερική επέμβαση σ’ αυτή την ηλικία θεωρείται μισητή, τυραννική και ανυπόφορη από το παιδί.
Ο Γκράμσι προσπαθεί με αυτόν τον τρόπο να παρουσιάσει μια θεωρία της «σωστής στιγμής», δηλαδή το πότε είναι απαραίτητο να επέμβουμε στην εξέλιξη της προσωπικότητας του παιδιού, με τον απαραίτητο εξαναγκασμό. (112) Αναφέρεται ως προς τούτο στην έννοια της επέμβασης του δασκάλου, που θα πρέπει να είναι άμεση κι έμμεση, μέσα από τη διαμόρφωση ενός κατάλληλου περιβάλλοντος, ανάλογου με τις ανάγκες ανάπτυξης του παιδιού.
Κάπου εδώ θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η εκπαιδευτική αντίληψη του Γκράμσι διακατέχεται από «ενηλικιωτισμό». Τονίζει την ανάγκη να συνηθίσουν τα παιδιά στη μεθοδική και πειθαρχημένη εργασία και να μην περιμένουν ότι με την εξυπνάδα τους και μόνο θα ξεπεράσουν τις δυσκολίες. Η επέμβασή μας και η καθοδήγησή μας, κατά τον ίδιο, στηρίζεται στην εξουσία, που προέρχεται από την αγάπη, με τρόπο τρυφερό και γεμάτο φροντίδα αλλά παράλληλα αυστηρό και σταθερό.
Ο Γκράμσι δεν πιστεύει ότι μπορούν να εξαχθούν ασφαλείς ενδείξεις από τα ενδιαφέροντα των παιδιών. (114) Πιστεύει ότι στα παιδιά υπάρχουν όλες οι τάσεις και γι’ αυτό θα πρέπει να τα προσανατολίσουμε προς την κατεύθυνση μιας αρμονικής ανάπτυξης των τάσεων αυτών, έτσι ώστε να φτάσουν στο σημείο να σχηματίσουν μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα.
Συγκεκριμένα (126) εκφράζει τις αμφιβολίες του για το σοβιετικό σχολείο του 1930. Σε ένα γράμμα προς τη σύζυγό του διατυπώνει την άποψη ότι η οργάνωσή του επιταχύνει τεχνητά τον επαγγελματικό προσανατολισμό και παραποιεί την κλίση των παιδιών, εξαφανίζοντας έτσι το σκοπό του ενιαίου σχολείου. Η κλίση επομένως του παιδιού δεν είναι ένα σημείο εκκίνησης, αλλά ένα σημείο άφιξης. Η εξειδίκευση στο εσωτερικό της μόρφωσης θα πρέπει να γίνεται μετά από αυτή κι όχι πριν από αυτή.

Δεν υπάρχουν σχόλια: